Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

capsule στα ελληνικά
capsule
λέγεται
καψύλ
.
capsule
σημαίνει στα ελληνικά
τσιγκάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- capsule : θαλαμίσκος συμπιεζόμενος
- bouchon / capsule : Πώμα
- gélule / Capsule : Καψάκιο
- capsule : καρύδι βαμβακιού
- capsule : θήκη διαφράγματος
- capsule : καρύδι
- capsule : κάψα / σπερματοθήκη
- capsule / opercule : επίπωμα / κάλυκας
- capsule / couronne : καψύλλιο / μεταλλικό πώμα
- capsuler / stagnoler : τοποθετώ καψύλιο
Subscribe
0 Comments


