Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

captif στα ελληνικά
captif
λέγεται
καπτίφ
.
captif
σημαίνει στα ελληνικά
δέσμιος / αιχμάλωτος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- captif : εικονικός / πλασματικός
- captifs : επιβάτης εξαρτώμενος από δημόσιο μεταφορικό μέσο
- captifs / désavantagés des transports : έχοντες ανάγκη συγκοινωνίας
- captifs / handicapés : ανάπηρος / επιβάτες με δυσκολίες συγκοινωνιακών μετακινήσεων
- vol captif : προσδεδεμένη πτήση
- usage captif : ενδιάμεση χρήση
- pénis captif : αιχμάλωτο πέος
- marché captif : αγορά αποκλειστικής παραγωγής
- marché captif : δέσμια αγορά' οιονεί μονοπωλιακή αγορά
- ballon captif : αερόστατο που προσδένεται στο έδαφος
Subscribe
0 Comments


