Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

carburant στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
carburant
λέγεται
καρμπυράν
.
carburant
σημαίνει στα ελληνικά
καύσιμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • carburant : καύσιμα
  • carburant / carburéacteur : καύσιμο αεριοπροωθουμένων
  • carburant / carburant auto : καύσιμο κινητήρα / βενζίνη για κινητήρες
  • réservoir / réservoir à carburant : ρεζερβουάρ / δοχείο καυσίμου
  • huile / carburant : υγρό καύσιμο
  • injecteur / injecteur carburant : ακροφύσιο καυσίμου
  • injection / injection de carburant : έγχυση
  • métal dur / métal-dur : καρβιδιόδεμα
  • alliage dur / carbure : καρβίδιο σκληρομετάλλου
  • gazohol / carburol : βενζόλη

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments