Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

carcasse στα ελληνικά
carcasse
λέγεται
καρκάς
.
carcasse
σημαίνει στα ελληνικά
σκελετός / κουφάρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- carcasse : σφάγιο
- carcasse : σκελετός
- carcasse : καρκάσσα / σκελετός
- carcasse : κέλυφος
- carcasse / ossature : Σκελετός
- carcasse : κορμός
- douchage / lavage de la carcasse : πλύσιμο σφαγίου
Subscribe
0 Comments


