Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

carie στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
carie
λέγεται
καρί
.
carie
σημαίνει στα ελληνικά
τερηδόνα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • carie / carie du blé : δαυλίτης / άνθραξ του σίτου
  • carie / carie dentaire : τερηδόνα / τερηδόνα δοντιών
  • indice CAO / indice dents cariées,absentes ou obturées : δείκτης CAO / τερηδονισμένοι,ελλείποντες ή σφραγισμένοι οδόντες
  • carie sèche : ξηρή τερηδόνα
  • grain carié : σπόρος που έχει προσβληθεί από δαυλίτη
  • carie arrêtée : στάσιμη τερηδόνα
  • carie aqueuse : υγρά σήψις
  • carie calleuse : πωρώδης τερηδόνα
  • carie centrale : κεντρική τερηδόνα
  • carie "humide" / carie purulente : υγρή τερηδόνα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments