Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

carillon στα ελληνικά
carillon
λέγεται
καριγιόν
.
carillon
σημαίνει στα ελληνικά
κωδωνοκρουσία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- carillon : κουδούνισμα / κωδωνοκρουσία
- carillons : μουσικό κουδούνι / συγκροτήματα κουδουνιών
- glockenspiel / jeu de clochettes : σειρά καμπανών και μηχανισμός κουδουνιών
- bouée à cloche / bouée à carillon : κωδωνοφόρος σημαντήρας
- carillon à tubes : μηχανισμός κουδουνιών με ηχητικούς σωλήνες
- carillon de porte : μελωδικό κουδούνι πόρτας / σειρά κουδουνιών για πόρτα
- carillon de porte : μικρό κουδούνι πόρτας
- carillon de Westminster : καριγιόν του Ουέστμινστερ
- carillon à gongs multiples : ηχητικό συγκρότημα με πολλαπλά γκογκ
Subscribe
0 Comments


