Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

carnet στα ελληνικά
carnet
λέγεται
καρνέ
.
carnet
σημαίνει στα ελληνικά
σημειωματάριο / δέσμη / βιβλιάριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- carnet : σημειωματάριο
- carnet / carte à voyages multiples : ακυρωτικό πολλαπλό εισιτήριο
- commandes / carnet d’ordres : μπλοκ παραγγελιών / βιβλίο παραγγελιών
- carnet TIR : δελτίο TIR
- carnet CPD / carnet de passage en douane : CPD / δελτίο CPD
- carnet ATA : δελτίο ΑΤΑ
- bulletin(B) / carnet scolaire : έλεγχος προόδου
- carnet de tir : σημειωματάριο πυροδότου
- Convention ATA / Convention douanière sur le carnet ATA pour l'admission temporaire de marchandises : Σύμβαση ΑΤΑ / Τελωνειακή Σύμβαση "επί του δελτίου ΑΤΑ διά την προσωρινήν εισδοχήν εμπορευμάτων"
Subscribe
0 Comments


