Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

carrefour στα ελληνικά
carrefour
λέγεται
καρφούρ
.
carrefour
σημαίνει στα ελληνικά
σταυροδρόμι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- jonction / carrefour : κόμβος / σταυροδρόμι
- carrefour / croisement : διασταύρωση
- noeud / carrefour : κόμβος
- site propre / site indépendant : οδόστρωμα οχημάτων αυτοτελούς συστήματος / σιδηροδρομική οδός ανεξάρτητου συστήματος
- carrefour rural / carrefour de promotion et d'information sur le développement rural : ΣΑΠΚ / Σταυροδρόμι Αγροτικής Πληροφόρησης και Κινητοποίησης
- régulateur local / régulateur de carrefour : τοπικός ρυθμιστής / ρυθμιστής φωτεινού σηματοδότη κόμβου
- carrefour à feux : σηματοδοτούμενος κόμβος / κόμβος με φωτεινή σηματοδότηση
- carrefour à niveau : ισόπεδος κόμβος / ανισόπεδος κόμβος
- carrefour dénivelé / carrefour à niveaux séparés : κόμβος με οδούς σε διαφορετικά επίπεδα
- carrefour sensitif : αισθητικός χιασμός / οπίσυιο τμήμα του οπίσθιου σκέλους της
Subscribe
0 Comments


