Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

carrosserie στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
carrosserie
λέγεται
καροσρί
.
carrosserie
σημαίνει στα ελληνικά
αμάξωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • carrosserie : αμάξωμα
  • carrosserie : σώμα / καρότσα
  • caisse mobile / carrosserie amovible : κινητό αμάξωμα / αφαιρετό αμάξωμα
  • tôlier en voitures / tôlier-débosseleur(L) : επισκευαστής αμαξωμάτων αυτοκινήτου
  • carrossier en métal / tôlier en carrosserie : κατασκευαστής αμαξωμάτων αυτοκινήτου
  • type de carrosserie : τύπος αμαξώματος

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments