Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

carton στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
carton
λέγεται
καρτόν
.
carton
σημαίνει στα ελληνικά
χαρτόνι / κάρτα / χαρτοκιβώτιο I κούτα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • carton : χαρτσνι / χαρτόνι- ναστόχαρτο
  • carton / carton publicitaire : έκθεση εμπορεύματος / διαφήμιση μέσω συσκευασίας
  • carton : χαρτόνι
  • carton : κάρτα
  • CEPAC / Confédération européenne de l'industrie des pâtes, papiers et cartons : Ευρωπαική Συνομοσπονδία Βιομηχανιών Χαρτόμαζας, Χάρτου και Χαρτονιού
  • bristol / carton ivoire : χαρτόνι μπρίστολ
  • synderme / carton de pâte de cuir : χαρτόνι από πολτό δέρματος
  • carton dur : γλασαρισμένο χοντρό χαρτόνι
  • feuilleton / carton bristol : χαρτόνι τύπου μπρίστολ
  • carton dur / carton épais fin : σκληρό χαρτόνι

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments