Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

castrer στα ελληνικά
castrer
λέγεται
καστρέ
.
castrer
σημαίνει στα ελληνικά
ευνουχίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- castrer / châtrer : εκτομώ / ευνουχίζω
- hongre / cheval castré : ίππος εκτομίας / εκτομημένο άλογο
- émasculateur / pince à castrer : ευνουχιστής / πένσα ευνουχισμού
- mouton castré : γκεσέμι
- verrat castré : χοίρος εκτομίας
- mouton mâle castré : ευνουχισμένο κριάρι
- porc castré jeune : ευνουχισμένος χοίρος
Subscribe
0 Comments


