Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

catastrophe στα ελληνικά
catastrophe
λέγεται
καταστρόφ
.
catastrophe
σημαίνει στα ελληνικά
καταστροφή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- catastrophe : καταστροφή
- désastre / catastrophe : καταστροφή
- catastrophe : καταστροφή(Βέλγιο)
- catastrophe : καταστροφή(Γαλλία)
- catastrophe : καταστροφή(Ην.Βασίλειο)
- catastrophes / actes de Dieu : θεομηνία
- écocatastrophe / catastrophe écologique : οικολογική καταστροφή
- DPCC / DPPA : Υπηρεσία για την Πρόληψη Καταστροφών και την Ετοιμότητα
- plan de secours / plan catastrophe : σχέδιο έκτακτης ανάγκης (σε περίπτωση καταστροφής)
Subscribe
0 Comments


