Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

causalité στα ελληνικά
causalité
λέγεται
κοζαλιτέ
.
causalité
σημαίνει στα ελληνικά
αιτιότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- causalité : αιτιότης
- lien de causalité / lien de cause à effet : αιτιώδης συνάφεια
- lien de causalité : αιτιώδης συνάφεια
- relation de causalité / relation de cause à effet : σχέση αιτιότητας
- principe de causalité : αρχή της αιτιώδους σχέσης / αρχή της αιτιώδους συνάφειας
- imputer les recettes selon le principe de causalité : κατανομή εσόδων με βάση την αιτιώδη σχέση
Subscribe
0 Comments


