Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

célibataire στα ελληνικά
célibataire
λέγεται
σελιμπατέρ
.
célibataire
σημαίνει στα ελληνικά
ανύπαντρος / ελεύθερος / εργένης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- célibataire / personne célibataire : άγαμος
- célibataire : άγαμος
- mère célibataire : άγαμη μητέρα / ανύπαντρη μητέρα
- père célibataire : άγαμος πατέρας
- mère célibataire : μόνη μητέρα
- non-célibataire : άτομο συνάψαν γάμο
- parent célibataire : άγαμος γονέας
- bouton-célibataire : κουμπί με χωριστή προεξοχή
- électron célibataire : μονήρες ηλεκτρόνιο
- personne célibataire : άγαμος
Subscribe
0 Comments


