Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cellier στα ελληνικά
cellier
λέγεται
σελιέ
.
cellier
σημαίνει στα ελληνικά
κελάρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cuvier / cellier : αίθουσα ζυμώσεως / δεξαμενές ζυμώσεως
- cellier : υπόγειο
- cellier à gibier : χώρος αποθήκευσης των θηραμάτων
- paraostéo-arthropathie des paraplégiques / paraostéo-arthropathie des paraplégiques de Madame Déjerine et Cellier : παραπληγία μετά οστεοαρθροπάθειας
Subscribe
0 Comments


