Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cendrier στα ελληνικά
cendrier
λέγεται
σανντριγέ
.
cendrier
σημαίνει στα ελληνικά
σταχτοδοχείο / τασάκι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cendrier : στακτοδοχείο
- cendrier : τεφροδόχος
- cendrier : δοχείο στάχτης
- bol à mâchefer / cuve à mâchefer : κάδος τέφρας / δεξαμενή τεφροδόχου νερού
- cendrier sur pied : σταχτοδοχείο πάνω σε βάση
- trappe de cendrier : καταπακτή στάχτης
Subscribe
0 Comments


