Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cep στα ελληνικά
cep
λέγεται
σεπ
.
cep
σημαίνει στα ελληνικά
κλήμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- CEP / concentration environnementale prévue : PEC / προβλεπόμενη περιβαλλοντική συγκέντρωση
- CEP / CEPMMT : ECMWF / Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεσοπρόθεσμων Καιρικών Προβλέψεων
- CEP / PER : PER / λόγος πρωτεϊνικής αποδοτικότητας
- cep / pied de vigne : πρέμνο / κλήμα αμπέλου
- CEP / Conseil européen des paiements : CEP / EPC
- CEP / consommation d'énergie primaire : κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας
- cep / souche : πρέμνο
- CEP / Fédération des organisations nationales des grossistes, importateurs et exportateurs en poisson de la CEE : CEP / Ομοσπονδία Εθνικών Ενώσεων Χονδρεμπόρων, Εισαγωγέων και Εξαγωγέων Ιχθύων της ΕΟΚ
- CEP / Coalition pour l'Europe des peuples: Eusko Alkartasuna (EA) : CEP / Συνασπισμός για την Ευρώπη των Λαών: Eusko Alkartasuna (EA)
Subscribe
0 Comments


