Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cercle στα ελληνικά
cercle
λέγεται
σερκλ
.
cercle
σημαίνει στα ελληνικά
κύκλος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cercle : τόξο
- anneau / cercle : χαλκάς / δακτύλιος
- cercle : κύκλος
- cercle / cerceau : στεφάνη
- nacelle / rond de cueillage : κουλούρα δοχείων
- cercler : περιλαίμιο
- corde / épaisseur à la corde primitive : χορδικό πάχος / χορδικό πλάτος οδόντος
- CSP / garniture de moule : μήτρα / καλούπι
- cercleuse / appareil à cercler les emballages : συσκευή τοποθέτησης τσερκιών συσκευασίας
- altazimut / cercle azimuteux : αζιμουθικός κύκλος / τηλεσκόπιο altazimut
Subscribe
0 Comments


