Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cérebral στα ελληνικά
cérebral
λέγεται
σερεμπράλ
.
cérebral
σημαίνει στα ελληνικά
εγκεφαλικός / πνευματικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cérébral : εγκεφαλικός
- acervule / sable cérébral : ψαμοειδή σωμάτια
- ventricule / ventricule cérébral : κοιλία
- coma cérébral : εγκεφαλικό κώμα
- type cérébral : εγκεφαλικός τύπος
- hypencephalon / tronc cérébral : εμβρυική παρεγκεφαλίς / το τετράδυμο,η γέφυρα και ο προμήκης θεωρούμενα ως ενιαίο σύνολο
- AVC / accident vasculaire cérébral : AVC / ιδιοσυστασιακό αγγειακό αρτηριακό επεισόδιο
- abcès cérébral / abcès du cerveau : απόστημα του εγκεφάλου
- tronc cérébral : εγκεφαλικό στέλεχος
- accès cérébral : εγκεφαλικό επεισόδιο
Subscribe
0 Comments


