Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

certification στα ελληνικά
certification
λέγεται
σερτιφικασιόν
.
certification
σημαίνει στα ελληνικά
βεβαίωση / πιστοποίηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- certification : πιστοποίηση
- certification : έγγραφη βεβαίωση / έγγραφη πιστοποίηση
- labellisation / certification qualité : πιστοποίηση της ποιότητας/έκδοση πιστοποιητικού ποιότητας
- Euromanagement-normalisation,certification,qualité et sécurité:services de conseil aux petites et moyennes entreprises / EUROMANAGEMENT : Euromanagement-τυποποίηση και πιστοποίηση:μέτρα για την παροχή στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις σε θέματα τυποποίησης και πιστοποίησης
- pilote d'essai / pilote de certification : χειριστής πιστοποίησης αεροσκαφών
- assurance service / service de certification : υπηρεσία πιστοποίησης
- TC / tiers de confiance : τρίτοι κοινής εμπιστοσύνης
Subscribe
0 Comments


