Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cesser στα ελληνικά
cesser
λέγεται
σεσέ
.
cesser
σημαίνει στα ελληνικά
παύω / σταματώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cocaïne / benzoylméthylecgonine : κοκαΐνη
- s'éteindre / cesser ses effets : εκλείπω
- cessez-le-feu : κατάπαυση του πυρός
- saut de coupon / cession de coupons fictive : πλασματική αγοραπωλησία χρεογράφων / εικονική αγοραπωλησία των χρεογράφων
- aller et retour / transaction aller-retour : συναλλαγές συνεχούς ροής
- cesser l'activité : παύω τη δραστηριότητα
- cesser le travail : διακόπτω την εργασία
- cessé de paraître : διεκόπη η έκδοση / δεν εκδίδεται πλέον
- cesser l'exploitation : σταματώ την εκμετάλλευση
- fin du statut de déchet : αποχαρακτηρισμός αποβλήτων
Subscribe
0 Comments


