Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chair στα ελληνικά
chair
λέγεται
σερ
.
chair
σημαίνει στα ελληνικά
σάρκα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chair : ανώμαλη επιφάνεια οπτικού γυαλιού
- charnu / bien en chair : σαρκωμένος
- kumquat / kumquat ovale : κουμ-κουάτ / φορτουνέλλα η μαργαρίτα
- côté chair : η πλευρά προς τη σάρκα του ζώου
- poisson à chair blanche / poisson blanc : άπαχο ψάρι / λευκό ψάρι
- lapin de chair : παμφάγος
- chair de poule / réaction ansérine : χήνειο δέρμα
- poulet de chair : κοτόπουλο για ψήσιμο
- pigeon de chair : περιστέρι κρεοπαραγωγής
- poulet de chair / poulet d'engraissement : κοτόπουλο κρεατοπαραγωγής
Subscribe
0 Comments


