Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chaise στα ελληνικά
chaise
λέγεται
σεζ
.
chaise
σημαίνει στα ελληνικά
καρέκλα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chaise : καρέκλα
- chaise : στήρικτρο οπλισμών
- chaise : πλαίσιο στηρίξεως
- chaise : υποστήριγμα
- palier / chaise de palier : φωλιά εδράνου
- semelle / coussinet : στήριγμα
- un pliant / chaise pliante : πτυσσόμενο κάθισμα
- chaise longue : σεζ-λόνγκ
- chaise-palier : έδρανο με βάση στήριξης
Subscribe
0 Comments


