Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

châle στα ελληνικά
châle
λέγεται
σαλ
.
châle
σημαίνει στα ελληνικά
σάλι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- châle : σάλι
- filé pour châle : νήμα μαλακό πλεκτικής
- châle de cachemire : σάλι από κασμήρι
Subscribe
0 Comments


