Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chancelier στα ελληνικά
chancelier
λέγεται
σανελιέ
.
chancelier
σημαίνει στα ελληνικά
καγκελάριος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Lord Chancelier / Lord Chancellor : Λόρδος Καγκελλάριος της Μεγάλης Βρεταννίας
- Grand Chancelier : Μέγας Καγκελλάριος
- Chancelier fédéral : Ομοσπονδιακός Καγκελλάριος
- chancelier fédéral : Ομοσπονδιακός Καγκελλάριος
- chancelier de l'Échiquier : Υπουργός Οικονομικών
- chancelier du duché de Lancastre : Καγκελλάριος του Δουκάτου του Λάνκαστερ
- Chancelier f.f. (faisant fonction) : Αναπληρωτής Γραμματέας
- secrétaire d'Etat au département du Lord Chancelier : Υφυπουργός (Υπουργείο Δικαιοσύνης)
- vice-chancelier et ministre fédéral des affaires étrangères : Ομοσπονδιακός Αντικαγκελλάριος και Ομοσπονδιακός Υπουργός Εξωτερικών
Subscribe
0 Comments


