Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chandelier στα ελληνικά
chandelier
λέγεται
σανντελιέ
.
chandelier
σημαίνει στα ελληνικά
κηροπήγιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chandelier : στύλος χειραγωγού
- chandelier / montant de garde-corps : πουντέλι(κν.) / στύλος δρυφάκτου
- chicot / chandelle : πρέμνον,κούτσουρο
- boucle de batayole / boucle de chandelier : βάθρο στυλίσκου
- goujon de batayole / goujon de chandelier : σφήνα στυλίσκου
- chandelier à deux branches : κηροπήγιο
- chandelier de tente de soleil : στυλίσκος προστατευτικής σκηνής / στυλίσκος προστατευτικής τέντας
Subscribe
0 Comments


