Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

charbonnier στα ελληνικά
charbonnier
λέγεται
σαρμπονιέ
.
charbonnier
σημαίνει στα ελληνικά
καρβουνιάρης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- charbonnier / selftrimmer : ανθρακοφόρο πλοίο
- charbonnier : επόπτης καύσης άνθρακα
- charbonnière : ανθρακοποιείον
- RECHAR II / Initiative communautaire concernant la reconversion économique des bassins charbonniers : Κοινοτική πρωτοβουλία όσον αφορά την οικονομική ανασυγκρότηση των περιοχών με ανθρακωρυχεία
- rascasse noire / rascasse charbon : στην πηγή που αναφέρεται στο πεδίο RF δεν υπάρχει ελληνική απόδοση
- rascasse noire / rascasse charbon : λιμένας διακινήσεως άνθρακα
- RECHAR / Rechar : RECHAR / Rechar
- RECHAR / Initiative communautaire concernant la reconversion économique des bassins charbonniers : RECHAR / Κοινοτική πρωτοβουλία όσον αφορά την οικονομική ανασυγκρότηση των περιοχών με ανθρακωρυχεία
Subscribe
0 Comments


