Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chauffer στα ελληνικά
chauffer
λέγεται
σοφέ
.
chauffer
σημαίνει στα ελληνικά
ζεσταίνω / θερμαίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- UHT / lait UHT : UHT / γάλα τύπου UHT
- dégivreur / chauffe-glace : αποπαγωτήρας υαλοπίνακα
- pré-étuvé / préchauffé : προψημένος
- chauffe-lit : συσκευή θέρμανσης κρεββατιών
- laboratoire / chambre de chauffe : θάλαμος θέρμανσης
- bois de feu / bois à brûler : καυσόξυλα
- chauffe-eau : θερμοσίφωνας / θερμαντήρας νερού
- AFECI / Association des fabricants européens de chauffe-bains et chauffe-eau instantanés et de chaudières murales au gaz : AFECI / Ενωση Ευρωπαίων Κατασκευαστών Στιγμιαίων Θερμαντήρων Λουτρού και Θερμαντήρων Νερού και Επίτοιχων Λεβήτων Φωταερίου
- HFID / détecteur chauffé à ionisation de flamme : θερμαινόμενος ανιχνευτής ιονισμού φλόγας / συσκευή ανάλυσης του τύπου ιονισμού με θερμαινόμενη φλόγα
- lait upérisé / lait du type UHT : γάλα κατεργασμένο σε υπερυψηλή θερμοκρασία(UHT)
Subscribe
0 Comments


