Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chenille στα ελληνικά
chenille
λέγεται
σενίγ
.
chenille
σημαίνει στα ελληνικά
κάμπια / ερπύστρια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chenille / squale bouclé : SHB / καρχαρίας
- chenille : κάμπια
- chenille : ερπύστρια
- chenille : ατέρμων ιμάς ερπυστήρος
- chenille : κορδόνι δοκιμής πάνω σε επίπεδο έλασμα
- chenille : εύκαμπτη σωλήνα μάσκας οξυγόνου
- chenille : σενίλλα
Subscribe
0 Comments


