Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chimiste στα ελληνικά
chimiste
λέγεται
σιμίστ
.
chimiste
σημαίνει στα ελληνικά
χημικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- chimiste : χημικός
- biochimiste / chimiste clinicien : βιοχημικός
- chimiste médical : ιατροχημικός
- chimiste analyste : παρασκευαστής / ο εκτελών την ανάλυση
- ingénieur chimiste : χημικός μηχανικός γενικά
- AOAC International / Association des chimistes analytiques officiels : Ένωση Αναγνωρισμένων Αναλυτικών Χημικών / Ένωση Επίσημων Αναλυτικών Χημικών
- chimiste clinicien : χημικός ιατρικών εργαστηρίων
- technicien chimiste : τεχνικός βοηθός χημικής βιομηχανίας γενικά
- diplôme de chimiste : δίπλωμα Χημικού
- lunettes de chimistes : γυαλιά χημικών
Subscribe
0 Comments


