Εφαρμογή του

choc στα ελληνικά
choc
λέγεται
σοκ
.
choc
σημαίνει στα ελληνικά
σοκ / σύγκρουση / χτύπημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- choc / shock : shock / καταπληξία
- choc / écrasure : κτυπημένη επιφάνεια
- choc / coup : κτυπημένη επιφάνεια
- choc / secousse : σεισμός / σεισμική δόνηση
- choc / impact : κρούση
- choc / collision : σύγκρουσις
- choc : καταπληξία / αιφνίδιο σοκ
- self / bobine de choc : επαγωγέας
- AACT / attelage automatique de choc et traction : αυτόματη ζεύξη / αυτόματη ζεύξη κρούσης και έλξης
- SCT / syndrome du choc toxique : σύνδρομο τοξικού σοκ
Subscribe
0 Comments