Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

chômeur στα ελληνικά
chômeur
λέγεται
σομέρ
.
chômeur
σημαίνει στα ελληνικά
άνεργος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ERGO / Programme d'action communautaire en faveur des chômeurs de longue durée : ERGO / πρόγραμμα δράσης υπέρ των μακροχρόνια ανέργων
- ERGO / Programme d'action communautaire en faveur des chômeurs de longue durée : ERGO / Πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπέρ των από μακρού χρόνου ανέργων
- chômeur âgé : ηλικιωμένος άνεργος
- chômeur réel : πραγματικά άνεργος
- chômeur total / chômeur complet : ολικά άνεργος
- formulaire E001 / demande ou communication de renseignements,demande de formulaires,rappel concernant un travailleur salarié,un travailleur non salarié,un frontalier,un pensionné,un chômeur,un ayant droit : έντυπο Ε001 / αίτηση πληροφοριών,κοινοποίηση πληροφοριών,αίτηση εντύπων,υπόμνηση σχετικά με εργαζόμενο μισθωτό,εργαζόμενο μη μισθωτό,μεθοριακό εργαζόμενο,συνταξιούχο,άνεργο,δικαιοδόχο
- chômeur inscrit / chômeur enregistré : δηλωθείς άνεργος
- chômeur assisté / chômeur secouru : επιδοτούμενος άνεργος
- chômeur déclaré : δηλωθείς άνεργος / αναγγελθείς άνεργος
- chômeur partiel : ημιάνεργος / εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο
Subscribe
0 Comments


