Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cicatriser στα ελληνικά
cicatriser
λέγεται
σικατριζέ
.
cicatriser
σημαίνει στα ελληνικά
επουλώνω / κλείνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cicatrisant : επουλωτικός
Subscribe
0 Comments


