Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cinglant στα ελληνικά
cinglant
λέγεται
σενγκλάν
.
cinglant
σημαίνει στα ελληνικά
τσουχτερός / défaite cinglant πανωλεθρία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
