Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

circonscrire στα ελληνικά
circonscrire
λέγεται
σιρκονσκρίρ
.
circonscrire
σημαίνει στα ελληνικά
περικλείω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pyémie / dia-pyémie : διαπύημα
- anévrisme vrai / anévrisme artériel circonscrit : γνήσιον ανεύρυσμα
- feu circonscrit / maîtrise du feu : έλεγχος πυρκαγιάς / πυρκαγιά υπό έλεγχο
- lentigo melanoma / mélanose de Dubreuilh : μελάνωση Dubreuilh / μελάνωμα τύπου φακής
- zone circonscrite : κλειστή περιοχή
- morphée / sclérodermie circonscrite : οξεία ασήπτη περιγραμμένη σκληροδερμία
- bronchite circonscrite : περιγραμμένη βρογχίτιδα / περιορισμένη βρογχίτιδα
- circonscrire un incendie : περιορίζω μια πυρκαϊά
- kératose circonscrite de SCHRANK : περιγεγραμμένη κεράτωσις του Schrank
- kératose disséminée circonscrite : διεσπαρμένη περιγεγραμμένη κεράτωσις
Subscribe
0 Comments


