Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

clan στα ελληνικά
clan
λέγεται
κλαν
.
clan
σημαίνει στα ελληνικά
κλίκα / σπείρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- clan / poulie : μακαράς / τρόχιλος
- clan / couple : νομέας
- le clan : η πατριά
Subscribe
0 Comments


