Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

claque στα ελληνικά
claque
λέγεται
κλακ
.
claque
σημαίνει στα ελληνικά
σφαλιάρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- claque : κν.φόντι
- usé / passé : εξαντλημένος / ξεθυμασμένος
- double claque : ψίδι με διπλή πούντα / ψίδι με διπλό ποντίνι
- claque boiteuse : ασσύμετρο ψίδι
- gomme à claquer : διασταλτή γόμμα
- claque sans bout : ψίδι χωρίς πούντα / ψίδι χωρίς ποντίνι
- aile de la claque : φτερωτό ποντίνι / ποντίνι φτερωτού σχήματος
- claque symétrique : συμμετρικό ψίδι
- claque à bout simulé : ψίδι με ψευτοπούντα / ψίδι με ψευτοποντίνι
Subscribe
0 Comments


