Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coccinelle στα ελληνικά
coccinelle
λέγεται
κοξινέλ
.
coccinelle
σημαίνει στα ελληνικά
παπαδίτσα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- coccinelle : κοκκινελίς
- coccinelle du melon : παπαδίτσα της πεπονιάς
- coccinelle à deux points : χειλόκορος δίστικτος
- coccinelle à sept points : παπαδίτσα / κοκκινελίς
- coccinelle des légumineuses : κοκκινελίς των ψυχανθών
Subscribe
0 Comments


