Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cochon στα ελληνικά
cochon
λέγεται
κοσόν
.
cochon
σημαίνει στα ελληνικά
γουρούνι / αισχρός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cochon / chambre de chaleur : θερμοθάλαμος
- cochon / broyeur : θραυστήρ,τριβείον
- cobaye / cochon d'Inde : ινδικό χοιρίδιο
- laiton / cochon de lait : χοιρίδιο γάλακτος / γουρουνάκι γάλακτος
- traînasse / herbe à cochon : πολυγόνατον / πολύγονον το άρρεν
- cochon-cerf / potamochère : χοιρέλαφος / ποταμόχοιρος
- dent spiralée / dent vibrante : σπειροειδές δόντι
- fumier de porc / fumier de cochon : κοπριά χοίρου
- poisson cochon / daurade américaine : τσιπούρα της Αμερικής
- queue de cochon : βόστρυχος
Subscribe
0 Comments


