Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

cohésion στα ελληνικά
cohésion
λέγεται
κοεζιόν
.
cohésion
σημαίνει στα ελληνικά
συνοχή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- cohésion : συνοχή
- cohésion : συνοχή ή συνάφεια
- cohésion : συνεκτικότης
- cohésion : συνοχή / δυναμική ενότητα
- ORATE / réseau européen d’observation de la cohésion et du développement territorial : ESPON / Ευρωπαϊκό δίκτυο παρατηρήσεων για τη χωρική ανάπτυξη και συνοχή
- ECO / section spécialisée "Union économique et monétaire, cohésion économique et sociale" : τμήμα ECO / ειδικευμένο τμήμα "Οικονομική και Νομισματική Ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή"
- RDC / règlement portant dispositions communes : ΚΚΔ / Κανονισμός περί κοινών διατάξεων
- ECO / Section "Union économique et monétaire, cohésion économique et sociale" : ECO / Ειδικευμένο τμήμα "Οικονομική και νομισματική ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή"
- commission COTER / commission de la politique de cohésion territoriale (Obsolete) : επιτροπή COTER / επιτροπή "Πολιτική εδαφικής συνοχής" (Obsolete)
Subscribe
0 Comments


