Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coin στα ελληνικά
coin
λέγεται
κουέν
.
coin
σημαίνει στα ελληνικά
γωνία / περιοχή / γωνιά / μέρος / άκρη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- coin : σφήνα
- coin : ακραίος κοπτήρας
- coin : γωνία
- coin : εκμαγείο
- coin : σφήνα ξυλοκόπου
- coin / prisme,drièdre : ηχοαπορροφητικά πολύεδρα
- coin : λοστός
- coin : δρομικός οχετού
Subscribe
0 Comments


