Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

coït στα ελληνικά
coït
λέγεται
κοίτ
.
coït
σημαίνει στα ελληνικά
γενετήσια ορμή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- coït / copulation : συνουσία
- coït : συνουσία
- dourine / mal du coït : δουρίνη / τρυπανοσωματίαση των αλόγων
- coït anal : πρωκτική συνουσία
- coït anal : παιδοσοδομία / συνουσία άρρενος με παιδί
- coït anal : σοδομία / παιδοφιλία
- coitophobie / peur du coit : φόβος προς την συνουσία
- coït réservé / coitus reservatus : συνουσία συγκρατημένη
- coït suspect : ύποπτη συνουσία
Subscribe
0 Comments


