Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

combler στα ελληνικά
combler
λέγεται
κονμπλέ
.
combler
σημαίνει στα ελληνικά
γεμίζω / συμπληρώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- comble : κατασκευή στέγης
- lac comblé / lac vieilli : νεκρή λίμνη
- toit vitré / comble vitré : στέγη με γυάλινο επιστέγασμα
- remblayeuse / machine à combler les fossés : μηχάνημα επιχωμάτωσης / μηχανή κάλυψης τάφρων
- feu de combles : πυρκαγιά οροφής
- combles brisés : οροφές με αετώματα
- capacité comblée : όγκος ταμιευτήρα κατειλημμένος από φερτά υλικά
- toit à un versant / appentis hors-toit : μονόρρους στέγη / μονόρρηκτος στέγη
- solivage de comble : ξυλωσιά στέγης
- chargement en comble : χύδην φορτίο
Subscribe
0 Comments


