Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

combustible στα ελληνικά
combustible
λέγεται
κονμπυστίμπλ
.
combustible
σημαίνει στα ελληνικά
καύσιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- combustible : καύσιμο
- propulseur / combustible : προωθητικό (μέσο/προωστική ύλη
- combustible : καυστό / καύσιμος
- huile combustible lourde / fuel lourd : μαζούτ / βαρύ μαζούτ
- rapport A/C : αναλογία αέρα/καυσίμου
- fioul léger / "fuel" léger : ελαφρό μαζούτ
- recueil INF / recueil relatif aux règles de sécurité pour le transport de combustible nucléaire irradié, de plutonium et de déchets fortement radioactifs en fûts à bord de navires : κώδικας INF / κώδικας του ΙΜΟ για την ασφαλή μεταφορά, σε δοχεία, επί πλοίων, ακτινοβολημένων πυρηνικών καυσίμων, πλουτωνίου και εντόνως ραδιενεργών αποβλήτων
- biocarburant : βιοκαύσιμο / βιολογικό καύσιμο
- retraitement / retraitement du combustible : κατεργασία καυσίμου / επανεπεξεργασία πυρηνικού καυσίμου
- pile redox / pile à combustible redox : στήλη redox / στήλη κύκλου οξειδοαναγωγής
Subscribe
0 Comments


