Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

combustible στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
combustible
λέγεται
κονμπυστίμπλ
.
combustible
σημαίνει στα ελληνικά
καύσιμο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • combustible : καύσιμο
  • propulseur / combustible : προωθητικό (μέσο/προωστική ύλη
  • combustible : καυστό / καύσιμος
  • huile combustible lourde / fuel lourd : μαζούτ / βαρύ μαζούτ
  • rapport A/C : αναλογία αέρα/καυσίμου
  • fioul léger / "fuel" léger : ελαφρό μαζούτ
  • recueil INF / recueil relatif aux règles de sécurité pour le transport de combustible nucléaire irradié, de plutonium et de déchets fortement radioactifs en fûts à bord de navires : κώδικας INF / κώδικας του ΙΜΟ για την ασφαλή μεταφορά, σε δοχεία, επί πλοίων, ακτινοβολημένων πυρηνικών καυσίμων, πλουτωνίου και εντόνως ραδιενεργών αποβλήτων
  • biocarburant : βιοκαύσιμο / βιολογικό καύσιμο
  • retraitement / retraitement du combustible : κατεργασία καυσίμου / επανεπεξεργασία πυρηνικού καυσίμου
  • pile redox / pile à combustible redox : στήλη redox / στήλη κύκλου οξειδοαναγωγής

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments