Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

comparaison στα ελληνικά
comparaison
λέγεται
κονπαρεζόν
.
comparaison
σημαίνει στα ελληνικά
σύγκριση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- assortiment / comparaison : ταίριασμα
- comparaison : συγκρίνω / σύγκριση
- comparaison : σύγκριση
- comparaisons : συγκρίσεις
- plan de repère / plan de comparaison : γραμμή αναφοράς / επίπεδο αναφοράς
- Eurodac / Système européen de comparaison des signalements dactyloscopiques des demandeurs d'asile : Eurodac / ευρωπαϊκό σύστημα δακτυλοσκόπησης
- essai comparatif / essai de comparaison : συγκριτικός έλεγχος
- règlement Eurodac / Règlement (UE) n° 603 : Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου
- comparaison à vue : σύγκριση μέσω οπτικής εκτίμησης
Subscribe
0 Comments


