Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

comparaître στα ελληνικά
comparaître
λέγεται
κονπαρέτρ
.
comparaître
σημαίνει στα ελληνικά
εμφανίζομαι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- assigner à comparaître : κλητεύω
- citation à comparaître / assignation à comparaître : κλήση
- citation à comparaître : κλήση προς εμφάνιση
- capacité à comparaître : ικανότητα δικαστικής παραστάσεως / ικανότητα διαδίκου προς παρίστασθαι επί διοικητικού δικαστηρίου
- comparaître devant un tribunal : παρίσταμαι ενώπιον του δικαστηρίου
- citer la personne concernée à comparaître... / inviter la personne concernée à comparaître devant l'Office : καλώ το εν λόγω πρόσωπο να προσέλθει ενώπιον του Γραφείου
- agents,conseils et avocats comparaissant devant la Cour : εκπρόσωποι, σύμβουλοι και δικηγόροι παριστάμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου
- comparaître en chambre de conseil pour présenter des observations : εμφανίζομαι ενώπιον του Δικαστηρίου εν συμβουλίω για να υποβάλω παρατηρήσεις
Subscribe
0 Comments


