Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

compartiment στα ελληνικά
compartiment
λέγεται
κονπαρτιμάν
.
compartiment
σημαίνει στα ελληνικά
χώρισμα / διαμέρισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- compartiment : διαμέρισμα
- compartiment / compartiment national : εθνικό τμήμα
- casier / logement : ερμάριο
- chambre / compartiment : λεβητοστάσιο / μηχανοστάσιο
- alvéole / compartiment : κυψέλη
- compartiment : δεξαμενή / διαμέρισμα δεξαμενής
- compartiment : στοά / χώρος
- compartiment : τμήμα / θάλαμος
Subscribe
0 Comments


