Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

compétence στα ελληνικά
compétence
λέγεται
κονπετάνς
.
compétence
σημαίνει στα ελληνικά
αρμοδιότητα / ικανότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- juridiction / compétence : δικαιοδοσία
- ressort / compétence : αρμόδιo δικαστήριo, δικαιoδoσία / δικαιοδοσία
- compétence : προσληπτικότητα
- compétence : αρμοδιότητα
- compétence : εξειδικευμένη γνώση
- compétence : δικαιοδοτική ικανότητα
- compétence : ειδικότητα / αρμοδιότητα
- compétence : ικανότητα
- littérisme (Preferred) / aptitude à lire et à écrire : γραμματισμός / εγγραματοσύνη
Subscribe
0 Comments


