Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

compétent στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
compétent
λέγεται
κονπετάν
.
compétent
σημαίνει στα ελληνικά
αρμόδιος / ικανός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • compétent : εξουσιοδοτημένος
  • ressort / compétence : αρμόδιo δικαστήριo, δικαιoδoσία / δικαιοδοσία
  • immunocyte / cellule mémoire : κύτταρο μνήμης
  • CARACAL / autorités compétentes pour REACH et CLP : CARACAL / αρμόδιες αρχές για τους κανονισμούς REACH και CLP
  • réseau CARIN / Réseau Camden regroupant les autorités compétentes en matière de recouvrement d'avoirs : δίκτυο του Camden που συνδέει τις υπηρεσίες ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων
  • GRT compétent : οικείος ΔΣΜ / οικείος διαχειριστής συστήματος μεταφοράς
  • HONLEA / chefs des services nationaux de répression compétents en matière de drogues : HONLEA / προϊστάμενοι εθνικών υπηρεσιών για την καταστολή της παράνομης χρήσης των ναρκωτικών
  • VTS compétent : αρμόδια ΥΕΚΠ(VTS)
  • ECTRA / Comité européen pour les questions réglementaires de télécommunications : ECTRA / Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιακών Ρυθμιστικών Αρχών
  • pays compétent : αρμόδιο κράτος

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments