Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

compétent στα ελληνικά
compétent
λέγεται
κονπετάν
.
compétent
σημαίνει στα ελληνικά
αρμόδιος / ικανός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- compétent : εξουσιοδοτημένος
- ressort / compétence : αρμόδιo δικαστήριo, δικαιoδoσία / δικαιοδοσία
- immunocyte / cellule mémoire : κύτταρο μνήμης
- CARACAL / autorités compétentes pour REACH et CLP : CARACAL / αρμόδιες αρχές για τους κανονισμούς REACH και CLP
- réseau CARIN / Réseau Camden regroupant les autorités compétentes en matière de recouvrement d'avoirs : δίκτυο του Camden που συνδέει τις υπηρεσίες ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων
- GRT compétent : οικείος ΔΣΜ / οικείος διαχειριστής συστήματος μεταφοράς
- HONLEA / chefs des services nationaux de répression compétents en matière de drogues : HONLEA / προϊστάμενοι εθνικών υπηρεσιών για την καταστολή της παράνομης χρήσης των ναρκωτικών
- VTS compétent : αρμόδια ΥΕΚΠ(VTS)
- ECTRA / Comité européen pour les questions réglementaires de télécommunications : ECTRA / Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιακών Ρυθμιστικών Αρχών
- pays compétent : αρμόδιο κράτος
Subscribe
0 Comments


