Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

comprimer στα ελληνικά
comprimer
λέγεται
κονπριμέ
.
comprimer
σημαίνει στα ελληνικά
συμπιέζω / καταπνίγω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- comprimer : συμπιέζω / συστέλλω
- Comprimé : Δισκίο
- fichier zip / fichier comprimé : αρχείο zip / συμπιεσμένο αρχείο
- côté serré / face fermée : σφιχτή πλευρά
- lame d'air / râcle à air comprimé : μαχαίρι αέρος / μαχαίρι κοπής δια αέρος
- pastille / tablette : παστίλια / ταμπλέτα
- motte / presse-pot : εδαφοτεμάχιο
- comprimé / pastille : συμπιεσμένο αντικείμενο
- comprimé : πεπιεσμένος
- comprimé : συσπειρωμένο ελατήριο
Subscribe
0 Comments


